Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΠΕΛΩΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ



Διηγήματα Γιάννη Τσίγκρα

 (τίτλος) ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ


ΕΝΑΣ ΠΕΛΩΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
            Άλλαζαν βέβαια συχνά κατοικία. Πάντα στο ενοίκιο, αν και τον είχαν τον τρόπο τους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο παππούς μου, ο Γιάννης, με τη γυναίκα του τη Μαργαρώ και τα τέσσερα από τα έξι παιδιά τους (ο πατέρας μου κι ο θείος Τόλιος είχαν παντρευτεί) έμεναν, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε μονοκατοικία της οδού Κουντουριώτου. Ένα πέτρινο προσεισμικό σπίτι, με σκοτεινό διάδρομο δεξιά του που κατέληγε σε μικρή αυλή στην πίσω μεριά. Στην αυλή αυτή θυμάμαι κηλίδες ήλιου να σκεπάζουν ή ν’ αποκαλύπτουν, υπακούοντας σε άνωθεν σκηνοθεσία, μια φορτωμένη μηλοροδακινιά και μια μεγάλη κλούβα με κουνέλια. Το ανάμεσα τους κενό συνήθως γέμιζαν αναποδογυρισμένες σκάφες  και σκαμνάκια ενώ στα παρτέρια φύτρωναν μάλλον καχεκτικά και μονίμως κατηφή ηλιοτρόπια.
            Το σπίτι αυτό ανήκε στην κυρά Κατίνα, η οποία ζούσε στο διπλανό νεοκλασσικό με το γιο της τον Τάκη, νεαρό τότε, που είχε το προσωνύμι τενόρος, επειδή μονίμως σιγοτραγουδούσε κομμάτια από παλιές οπερέτες. Όταν, μετά από μισόν αιώνα, στη θέση των δυο σπιτιών υπήρχε οχταόροφη πολυκατοικία, εγώ είχα πλέον ασπρίσει κι είχαν στους ουρανούς μετοικήσει εκτός του παππού, της γιαγιάς και της κυρά Κατίνας και νεώτεροι, όπως ο πατέρας μου, όταν τα υπόλοιπα παιδιά είχαν αποκαταστήσει και τα εγγόνια τους, ο Τάκης εξακολουθούσε να σφυρίζει πλέον - επειδή είχε ξεχάσει τα λόγια – τραγούδια του παλιού καιρού, περπατώντας στους δρόμους της πόλης.  Ώσπου σ’ ένα σαββατιάτικο φύλλο της «Θεσσαλίας» είδα τη φωτογραφία του στη στήλη των Μνημοσύνων. «Τελούμε 40θήμερο μνημόσυνο υπέρ της αναπαύσεως της ψυχής του αγαπητού μας φίλου Δημητρίου τάδε». Υπέγραφαν μόνο φίλοι, κανένας συγγενής.
            Εκείνα τα καλοκαίρια επισκεπτόμουν το σπίτι της γιαγιάς αρκετές φορές την εβδομάδα. Δούλευα στο μανάβικο του παππού για να μη μπλέξω με κακές παρέες και για να βγάλω και χαρτζιλίκι. Ένα τάληρο την εβδομάδα ήταν ο μισθός μου. Έφτανα πάνω σ’ ένα ποδήλατο στο οποίο είχαν δέσει ένα καλάθι γεμάτο μελιτζάνες και πατάτες κι εκείνες τις στρογγυλές πιπεριές  με τις οποίες η γιαγιά έφτιαχνε υπέροχα γεμιστά, γιουμουστά  στην καραγκούνικη του παππού ντοπιολαλιά. Έφτανα φωνάζοντας  ώπα…ώπα όταν συναντούσα, σπάνια εκείνα τα χρόνια, αυτοκίνητα ή μηχανάκια στους χωματόδρομους του Βόλου.
            Η Μαργαρώ που είχε καλλιεργήσει τη φιλοξενία του τόπου της, του Μπαξε Τσιφλίκ, με περίμενε με ψωμοτύρι στο πιάτο και βυσσινάδα στο ποτήρι. Ήταν άλλο πράγμα αυτή η διάθεσή της να προσφέρει ό,τι εκείνα τα χρόνια μπορούσαν ή συνήθιζαν να προσφέρουν. Όταν, αίφνης, τηγάνιζε κεφτέδες και νόμιζε ότι κάποιος ξένος περαστικός κοντοστέκονταν στο δρόμο, τινάζονταν με ένα μεζέ στο πιρούνι –να δοκιμάστε, θα δείτε ότι θα σας αρέσουν.
            Εγώ, ως πρώτος ίσως, ήμουν ο αγαπημένος της εγγονός. Με περνούσε πρώτα στην κουζίνα και ύστερα, στο σαλόνι, μου κουβαλούσε μια μεγάλη κουταλιά βανίλια σ’ ένα ποτήρι κρύο νερό, το υποβρύχιο που λέγαμε οι γηγενείς. Το δωμάτιο μύριζε μούχλα και βαριά ανατολίτικα αρώματα, ενώ ο ήχος του σαρακιού που έτρωγε τα έπιπλα, σαν άρρυθμο ακούγονταν ρολόι. Με κάθιζε σε έναν ξύλινο καναπέ κι άρχιζε μια ατέλειωτη κουβέντα με φωνή που χρωμάτιζαν μικροί τριγμοί, σαν θόρυβοι χορδών που σπάζουν αιφνίδια. Αυτή η ομιλία με καθησύχαζε σαν να μου υπόσχονταν ότι αυτό το παραδείσιο παρόν που διανύαμε ήταν ολόκληρη η ζωή μας. Η γιαγιά ήταν εξαιρετικά πειστική όταν, καταπίνοντας το ρο και τονίζοντας αυτοσχέδια τουρκοαλαμπουρνέζικα στη λήγουσα,  μας μιλούσε στα γαλλικά, τη γλώσσα που δίδασκε πριν παντρευτεί, το παράπονό της μας εξέφραζε: «Ουλάμ ντιβί κογτέ παππού Γιαννί νοικί του μαντάμ Κατινά» κάθε φορά σε διαφορετική παραλλαγή. Αυτή, μια πρώην καθηγήτρια, μια μορφωμένη γυναίκα να μην έχει το νοίκι να πληρώσει…Κι ύστερα ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Αυτά όταν ήμαστε μόνοι, για να μην την προδώσουν τα δύο, σχεδόν συνομήλικά μου μικρότερα παιδιά, ο Λάκης και η Ολυμπία. Το αθώο ψέμα της πάντως μου το αποκάλυψε μεγάλος, ο πατέρας μου ο οποίος, αν και αγαπούσε τη μητριά του σαν μάνα του πραγματική, δεν άντεχε αυτές τις ξιπασιές.
            Άλλοτε η γιαγιά μου διηγούνταν παλιές αστείες ιστορίες-το ιλαροτραγικό ήταν βασικό στοιχείο της δύσκολης ζωής της κι ο κλαυσίγελως η πιό συχνή επωδός του λήρου της. Μου έλεγε για την επίσκεψη του κουμπάρου του Σατάση-τον είδαμε από μακριά να έρχεται κρατώντας ένα κουτί με όμορφο περιτύλιγμα σα μάγος της Περσίας. Τον προϋπαντήσαμε με τα συνηθισμένα «δέν ήταν ανάγκη να ξοδευτείς»,εγώ τουλάχιστον, λιγωμένη, παρακαλούσα από μέσα μου να ‘ναι τούρτα. «Πρόσεξέ το κουμπάρα είπε εκείνος, είναι η ρεπούμπλικα μου, μόλις την πήρα από το καθαριστήριο». Οπότε γυρνάω και πετάω στη μάνα σου -βάλτη μωρή Νίτσα στο εικόνισμα τη ρεπούμπλικά του κουμπάρου…και χαθήκαμε ξεκαρδισμένες στο πλυσταριό.
            Κάποιες φορές σκηνοθετούσε η ίδια αριστοτεχνικά ταχυδράματα. Κάποτε έστειλε τον παππού να ψάξει στα κρεμμυδοχώραφα τα οποία διέσχιζαν από τη στάση του τρένου ώς το χωριό, κοντά μισό χιλιόμετρο απόσταση, να ψάξει για το βρακί της που τάχα της είχε πέσει. Κι εκείνος ο καημένος κάθιδρος, ξερίζωνε τα σκληρά στελέχη των φυτών κι αναποδογύριζε τις πέτρες, τρομάζοντας τους πελαργούς που κυνηγούσαν βατράχια στην πράσινη αυτή θάλασσα του κάμπου.
            Ο ογκώδης μπάρμπα Γιάννης υπήρξε το ποντικάκι στις αστείες διαθέσεις της πολίτικης γάτας που διάλεξε για δεύτερη σύζυγό του. Η μάνα μου, συγκάτοικος τους για ένα καιρό, θυμάται τη Μαργαρώ, να του ζητάει σοβαρά – σοβαρά να της συστήσει τον όμορφο γείτονα που έκανε παρέα στην κυρία Ασπασία, την απέναντι, όταν έφευγε ο άντρας της – Γιατί μωρέ Γιαννάκο, να μένω μόνη τόσες ώρες, ας έρχεται να με βλέπει κι εμένα λιγουλάκι…Και τον έκανε να πνιγεί απ’ τον καφέ που ως τότε έπινε ήσυχος.
Ο παππούς υπήρξε Πρόεδρος της Κοινότητας Ριζομύλου στα νιάτα του κι είχε εκείνο το μεσοπολεμικό κλίμα αθωότητας μεταφέρει στη σκληρή μας εποχή, έτσι, σαν σ’ ένα θύλακα, μια κάψουλα που τον στέγαζε, μια που δεν προσπαθούσε να μεταδώσει με τη βία σε κανέναν αυτή την ευγένεια – ούτε καν στα παιδιά του.
Χρησιμοποιούσε ιδιόλεκτα. Εγώ, για παράδειγμα, στη δική του γλώσσα, ήμουν νούναρος, μεγάλο μυαλό που λένε, ιδιοφυία. Ήξερα σίγουρα κάτι παραπάνω απ’ το να δένω σε αρμαθιές τα γλισχρά σκόρδα. Τον εκ Πτολεμαίδας έμπορο κ. Βουνοτρυπίδη προσφωνούσε «κύριε Κουλοτρυπίδη» - απόλυτα σοβαρός. Δέχονταν μια προσωπική σημασία της λέξης. Μιλούσε δική του γλώσσα. Κι όσοι καταλάβαιναν.
            Με την πρώτη γυναίκα του, τη Σταυρούλα, απέκτησε δυο αγόρια. Τον Γιώργο, τον πατέρα μου, και τον Αποστόλη. Η Σταυρούλα πριν κλείσει τα είκοσι χάθηκε από ένα μολυσμένο του κάμπου κουνούπι. Η ελονοσία και η φθίση θέριζαν εκείνα τα χρόνια. Την έκλαψε, είπε δεν θα ξαναπαντρεφτεί, απέρριψε πέντε προξενιές και δέχτηκε την έκτη. Πήρε για γυναίκα του τη Μαργαρώ, μια πολίτισσα πρόσφυγα που, μέσω Θεσσαλονίκης, κατέληξε στο Βόλο. Απέκτησαν άλλα τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Ασχολήθηκε με το εμπόριο σκόρδων και κρεμμυδιών στην αρχή, αργότερα άνοιξε δικό του μανάβικο. Αν και κέρδιζε αρκετά, δεν απόκτησε δικό του στέκι. Άλλαζε συνεχώς τόπο διαμονής – θυμάμαι τέσσερα τουλάχιστον απ’ τα σπίτια που έμενε. Ένα στην οδό Χατζηαργύρη, απέναντι απ’ το κατάστημα εκκλησιαστικών βιβλίων του Σχοινά και πλάι σ’ έναν οίκο ανοχής. Ο Σχοινάς προσέλαβε το μεγάλο γιο, το Θανάση και η γιαγιά περνούσε, κρυφά απ’ τον παππού, σκεπασμένα πιάτα «στα κορίτσια», από ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στην αυλή της. Συμπαθούσε ιδιαίτερα την πηλιορείτισσα Μπέττυ, τότε και μετέπειτα (εφόσον καλοπαντρεύτηκε ένα πλούσιο πελάτη της) Ελισσάβετ. Ύστερα μετακόμισαν στον ίδιο δρόμο ψηλότερα, προς την οδό Κωνσταντά, στο σπίτι με τη μανόλια. Αυτή η αυλή μου ενέπνευσε το διήγημα «Σχόλιο σ’ αφορισμό του Όσκαρ Ουάιλντ», εκείνο που η μακαρίτισσα Λιάνα Αγκρή είχε χαρακτηρίσει ως «κείμενο αθώο με λανθάνοντα ερωτισμό». Το σπίτι της οδού Κουντουριώτου υπήρξε το τρίτο. Είχε, κατά τον παππού, καλή ….  γκοζίνα. Αυτή, πάνω απ’ όλα, τον ενδιέφερε.
            Για την ιστορία των γεμιστών που κάποια Πέμπτη μαγειρεύτηκαν σ’ αυτή την κουζίνα, δακρύβρεχτα λόγω της εξέλιξης του «Μείνε κοντά μου, αγαπημένη», που σερβιρίστηκαν σ’ ένα τραπέζι στο οποίο ήμουν καλεσμένος, για την απίστευτη λαιμαργία του παππού που καταβρόχθισε τα μισά πριν καταλάβουμε ότι ξένο ταψί κουβαλήσαμε απ’ το φούρνο, για όλα αυτά έχω ξαναγράψει. Όπως και για την αντίδραση της υστερικής κυρίας την οποία βρήκαμε να μας περιμένει στο φούρνο με ολόκληρο το δικό μας ταψί – τι να τα κάνω τα δικά σου, κυρά μου, τα δικά μου είχαν γέμιση με κιμά, καλά δεν πήρατε χαμπάρι τι τρώγατε, είστε αναίσθητοι, τι να πω…
            Σ’ όλα αυτά έχω αναφερθεί.
            Μια μικρή λεπτομέρεια δε μάθατε μόνο.
            Την ώρα που, γυρίζοντας, μπαίναμε στο διάδρομο της αυλής, η γιαγιά κούνησε το χέρι, μισοαπελπισμένα – μισοαπειλητικά και – αχ, μωρέ Γιαννάκο, τι μουκανες, φώναξε στον καθισμένο μπροστά στο τραπέζι της βεράντας παππού.
            Ούτε που πρόσεξε ότι ο στητός και αγέρωχος μπάρμπα Γιάννης άκουγε προσεκτικά τον ψίθυρο ενός πελώριου και σκοτεινού αγγέλου που είχε απλώσει τις φτερούγες του γύρω απ’ το τραπέζι, ενώ σκούπιζε με το μαντήλι τις άκρες των χειλιών του, όπως έκανε πάντα όταν τελείωνε το φαγητό.
Γιάννης Τσίγκρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου