Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ



Έρευνα - Καταγραφή: Γιάννης Τσίγκρας
Διορθώσεις - Επιμέλεια: Ελένη Συρίβελη

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ



ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΟΛΟΥ

-Βόλος

Προέλευση τοπωνυμίου

Από μια σειρά εκδοχών, η οποία περιλαμβάνει και την παραφθορά του ονόματος Ιωλκός, ο Δ. Κ. Τσοποτός προκρίνει το Ελληνικό όνομα Βόλος που σημαίνει τον τόπο και τον τρόπο που πέφτουν τα δίχτυα στη θάλασσα. Είναι παράγωγο της λέξης “βολή”. Κι αυτό επειδή στην περιοχή υπήρχαν ψαράδες . Το Γόλος ο Τσοποτός το θεωρεί παραφθορά του Βόλος.
-Αντίθετα, ο Άθως Τριγκώνης, ξεκινώντας από το Γόλος, βρίσκει ότι
το τοπωνύμιο παράγεται από το σλαβικό gol, που σημαίνει γυμνός, φαλακρός ή από το golos που σημαίνει έδρα Διοίκησης.
-Την ίδια άποψη υποστηρίζουν ο Γιάννης Κορδάτος και ο γλωσσολόγος Γ. Ν. Χατζηδάκις.
Η αποδοχή αυτής της εκδοχής υποστηρίζεται από μια ιστορική πραγματικότητα : Στα τέλη του 8ου αιώνα, η Θεσσαλία υπέστη πολλές επιδρομές από Σλάβους οι οποίοι πλημμύρισαν την περιοχή μεταξύ Βελεστίνου και Βόλου.

-Σύντομη ιστορική αναδρομή.

Η περιοχή της αρχαίας Ιωλκού, με τα δεκάδες πολίσματα, κατοικείται από τους προϊστορικούς και τους αρχαίους χρόνους έως τη Ρωμαϊκή εποχή, το χιλιόχρονο Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία.
Στην αρχή ως Ιωλκός και Παγασές κι αργότερα ως Δημητριάδα, όνομα που πήρε από τον οικιστή της, το Δημήτριο τον Πολιορκητή.
Η Δημητριάδα, η οποία είχε κτισθεί στην ευρύτερη περιοχή των Πευκακίων, άκμασε, με το ίδιο όνομα, και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, και μόνο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεταφέρθηκε, για το φόβο των πειρατών, στο κάστρο των Παλαιών Βόλου. Εκεί ακριβώς όπου η αρχαιολογική σκαπάνη έχει ανακαλύψει μια πλούσια διαστρωμάτωση που αρχίζει από την αρχαία Ιωλκό και φτάνει στα Ιουστινιάνεια τείχη και στις εκκλησίες της υστεροβυζαντινής εποχής.
Το Βόλο των χρόνων της τουρκικής κατοχής, αναφέρουν μια σειρά από περιηγητές και ιστορικοί. Ο Coronelli περιγράφει μια εκστρατεία, κατά του Κάστρου του Βόλου, του περίφημου Ενετού στρατάρχη Μοροζίνη.
Οι Γ. Κωνσταντάς και Δ. Φιλιππίδης γράφουν για το Κάστρο του Γόλου και περιγράφουν το παζάρι που γίνεται εκεί, κάθε Σάββατο.
Για το παζάρι μιλούν κι άλλοι συγγραφείς. Ένα λεξικό του 1826, αναφέρει “πόλη με φρούριο, τείχος, τζαμί, συναγωγή και λουτρό”. Απ’ όλα αυτά σήμερα σώζεται κομμάτι του τείχους και, σε κακή κατάσταση, το χαμάμ(λουτρό).
Ο αμπελακιώτης Λεονάρδος, το 1833, γράφει για “λιμένα χωρητικόν, με εμπορικήν σκάλαν και εκατόν οσπίτια του Βώλου”. Αναφέρεται στον μικρό οικισμό, κοντά στη σκάλα, “τα καφφενεία και τα μπιλιάρδα” που υπάρχουν εκεί.
Αυτός ο μικρός συνοικισμός αποτελεί τον πυρήνα του Βόλου που αρχίζει να αναπτύσσεται στα μισά του 19ου αιώνα.
Στα 1850, ο Mezieres αφού περιγράφει το Κάστρο και τη βρώμικη συνοικία του, καταλήγει: “ Όμως εδώ και κάμποσα χρόνια, έχουν κτισθεί, στα ανατολικά του Κάστρου, σπίτια με όμορφο παρουσιαστικό, καταστήματα και μεγάλες αποθήκες που σχηματίζουν ένα μακρύ δρόμο στην άκρη της θάλασσας. Αυτή η καινούργια συνοικία λέγεται Μαγαζιά”. Κατά τον Αθω Τριγκώνη που μετέφρασε το κείμενο από τα Γαλλικά, οι αποθήκες και τα καταστήματα, βρίσκονταν μεταξύ των σημερινών οδών Ιάσονος και Δημητριάδος.
Το όνομα Παλαιά Μαγαζεία, είχε για χρόνια η σημερινή, πέραν του λόφου, συνοικία των Παλαιών.
Με τον καιρό, η πόλη μεγαλώνει προς τα ανατολικά. Χτίζονται ωραία σπίτια ενώ μεγαλώνει η εμπορική κίνηση στο λιμάνι του Βόλου. Ο Gays αναφέρει ότι μετά την ίδρυση, το 1852, του αυστριακού εμπορικού οίκου Λόυδ, προσεγγίζουν τη σκάλα μεγάλα εμπορικά πλοία, τα οποία ξεφορτώνουν και παραλαμβάνουν εμπορεύματα.
Ο Έλληνας Πρόξενος διορίζεται στο Βόλο το 1853 και , μεταξύ 1855-1856, διορίζεται ο Πρόξενος της Αγγλίας.

Ενώ χτίζονται διαρκώς νέα σπίτια, οι Τούρκοι, με αφορμή τις εξεγέρσεις του 1854 στο Πήλιο, απαγορεύουν την ανοικοδόμηση για μια περίπου πενταετία, όπως μας εξιστορεί ο Μάγνης. Ο ίδιος συγγραφέας περιγράφει την αντίθεση ενός βρώμικου, τουρκικού Κάστρου και της νέας όμορφης πόλης. Ο Ρηματισίδης, το 1875 περίπου περιγράφει τον Βώλον ως “ πόλιν νεόκτιστον, ωραιοτάτην, έχουσα 2000 σπίτια”. Έχει τον ναό του Αγίου Νικολάου, αλληλοδιδακτικό σχολείο και παρθεναγωγείο.
Στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει το Βόλο. Τη μέρα αυτή αρχίζει μια νέα περίοδος για την πόλη, μια εποχή μεγάλης ανάπτυξής της.
Τον Απρίλιο του 1884, εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει το Βόλο με τον κάμπο αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Στο τέλος περίπου του 19ου αιώνα, δημιουργείται η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου- Μηλεών.
Ταυτόχρονα ιδρύεται η πρώτη Τράπεζα, η “Προνομιούχος Πανθεσσαλική Τράπεζα”.
Το εμπόριο των γεωργικών ειδών ελαττώνεται εκτός από εκείνο του καπνού το οποίο αρχίζει να ακμάζει. Χτίζονται μεγάλες καπναποθήκες και χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σ΄ αυτές.
Ο πληθυσμός της πόλης αυξάνει με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Ενώ στην πρώτη απογραφή, αμέσως μετά την απελευθέρωση και τη σύσταση του Δήμου Παγασαίων (έτσι ονομάζονταν ο Δήμος Βόλου), οι κάτοικοι φτάνουν τις 4987, στη δεύτερη, που έγινε μετά από οχτώ χρόνια υπερδιπλασιάζονται (11020) και φτάνουν , στις αρχές του 20ου αιώνα, τους 23563.
Παράλληλα με το εμπόριο καπνού, αναπτύσσεται και η βιομηχανία με τη δημιουργία μεγάλων υφαντουργείων, αλευρόμυλων αλλά και, αργότερα, βιομηχανιών μετάλλου.
Το 1909  ιδρύεται το “ Πανεργατικό Κέντρο”,  το πρώτο Εργατικό Κέντρο της Ελλάδας. Ιδρύεται επίσης το πρωτοποριακό “Ανώτερο Παρθεναγωγείο” του οποίου ο δημιουργός, ο διευθυντής και οι διδάσκοντες εγκαλούνται για “αθεΐα και διαστρέβλωση της ελληνικής γλώσσας” στη γνωστή δίκη του Ναυπλίου.
Το 1920 ο Βόλος βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή του. Μονάχα το εξωτερικό του εμπόριο φτάνει τα 112 εκατομμύρια χρυσές δραχμές. Η πόλη έχει πλέον 30046 κατοίκους.
Η μικρασιατική καταστροφή, δε θα σταματήσει αυτή την αλματώδη ανάπτυξη. Ο Βόλος δέχεται κύματα απελπισμένων προσφύγων. Οι γηγενείς αγκαλιάζουν αυτούς του κατατρεγμένους ανθρώπους, οι οποίοι ενσωματώνονται και, φιλοπρόοδοι κι εργατικοί, αναπτύσσουν την περιοχή που τους δόθηκε από την Πολιτεία σε ένα μεγάλο συνοικισμό που, στα τέλη της δεκαετίας του 40, θα αποτελέσει τον Δήμο Νέας Ιωνίας.
Από το μεσοπόλεμο, κυρίως, αναπτύσσεται και η πνευματική ζωή της χώρας. Λόγιοι, συγγραφείς ποιητές, δημιουργούν συλλόγους, εκδίδουν περιοδικά και βιβλία, παρουσιάζουν εκδηλώσεις. Ο Βόλος αποκτά Δημοτικό Θέατρο, ένα πανέμορφο κτήριο, στην πλατεία Ρήγα Φεραίου. Η πνευματική αυτή παράδοση συνεχίζεται αδιάλειπτα έως τις μέρες μας.
Η γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος σημαδεύουν το Βόλο, όπως και όλες τις πόλεις και τα χωριά της χώρας. Πείνα, δυστυχία, ανέχεια, καταστροφές από βομβαρδισμούς. Κι ύστερα συλλήψεις, αίμα αδελφικό, εκτοπίσεις.
Μια κατάσταση ζόφου κι απανθρωπιάς.
Στο διάστημα 1954-1957, ο Βόλος δοκιμάστηκε από μια σειρά φυσικών καταστροφών. Ισχυροί και επάλληλοι σεισμοί προκαλούν σχεδόν την ισοπέδωση της πόλης με κατεστραμμένα τα περισσότερα κτίρια, χιλιάδες άστεγους και παγωμένες τις οικονομικές δραστηριότητες. Ακολούθησαν οι μεγάλες πλημμύρες των χειμάρρων της πόλης, το 1955 και το 1957, που έπληξαν κυρίως τις περιφερειακές συνοικίες της, και επιδείνωσαν την κατάσταση.
Από τις πλημμύρες ο Βόλος θρήνησε 36 νεκρούς.

Ό,τι απέμεινε από τις φυσικές καταστροφές το αποτελείωσε η σκαπάνη των εργολάβων.
 Τα ωραία νεοκλασικά καταστράφηκαν.


Μια νέα πόλη χτίζεται, με πολυκατοικίες στη θέση των αρχοντικών, με πυλωτές και ακάλυπτους, στη θέση των ανθισμένων κήπων.
Η νέα πόλη του Βόλου, από τη δεκαετία του 60 και πέρα, αποκτά πανέμορφο Δημαρχείο, καινούργιο Δημοτικό Θέατρο, Πανεπιστήμιο, πολυκαταστήματα, κτήρια μοντέρνας αρχιτεκτονικής.
Στις ακραίες συνοικίες-πάντως- μπορείς να δεις ακόμη κήπους με λουλούδια στις αυλές, να μυρίσεις το γιασεμί και τα γαρίφαλα, να γνωρίσεις ανθρώπους που έχουν μεταξύ τους ανθρώπινες σχέσεις.



ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ
Προέλευση τοπωνυμίου:

Νέα Ιωνία ονομάσθηκε, προς τιμήν της αλύτρωτης πατρίδας, ο προσφυγικός συνοικισμός που χτίσθηκε στην περιοχή Ξηρόκαμπος και στέγασε τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που είχαν καταφύγει στο Βόλο, μετά την καταστροφή του 22.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Οι μικρασιάτες πρόσφυγες έμεναν, στην αρχή, σε σκηνές, στην περιοχή του Γυμναστήριου, στην παλιά στρατώνα της πλατείας Ρήγα Φεραίου, σε καπναποθήκες και σε σχολεία. Οι συνθήκες διαμονής ήσαν απάνθρωπες και για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε να τους παραχωρηθεί μια περιοχή βορειοδυτικά της, μικρής τότε, πόλης του Βόλου, πέρα από τον χείμαρρο Κραυσίδωνα, σε συνέχεια της οδού 2ας Νοεμβρίου.
Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 15 Αυγούστου 1923 και στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια, παρουσία του Νομάρχη Λάρισας, δεδομένου ότι η Μαγνησία αποτελούσε επαρχία του Νομού Λάρισας. Παρευρέθηκαν επίσης ο Δήμαρχος Παγασών Κουκιάδης, σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο και οι αρχές της πόλης.
Τα πρώτα σπίτια που κτίσθηκαν ήταν τα “τετράγωνα”, ονομασία που πήραν από τη διάταξή τους κι όχι από το σχήμα τους. Τα τετράγωνα ήσαν 776 μονώροφα σπίτια. Μεταξύ 1925 και 1929 κτίζονται 356 “τσιμεντένια” σπίτια, 104 “τζαμαλιώτικα”, 323 “γερμανικά” και 300 “πέτρινα”. Με μεγάλη –πάντα- καθυστέρηση, λόγω έλλειψης πιστώσεων.
Τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού, πριν καλά- καλά αποπερατωθούν, κατελήφθησαν στις 13 Ιουλίου 1924 από τους ταλαιπωρημένους από αρρώστιες, όπως ο εξανθηματικός πυρετός, πρόσφυγες.
Η Νέα Ιωνία απογράφεται το 1928 ως συνοικία του Βόλου, με 6128 κατοίκους, που είχαν έλθει από τα παράλια της Μικράς Ασίας, τη Θράκη και τον Πόντο. Έχει εγκαινιασθεί και λειτουργεί, από το Μάιο του 1927, μια μικρή, τότε, εκκλησία, η Ευαγγελίστρια και, αριστερά και δεξιά της, λειτουργούν για τα προσφυγόπαιδα, δύο δημοτικά σχολεία.
Το 1924 οι πρόσφυγες δημιουργούν την ποδοσφαιρική ομάδα “Προσφυγική” η οποία, τον επόμενο χρόνο, μετονομάζεται  σε “Νίκη”. Η Νίκη σημάδεψε με τις επιδόσεις της, όχι μόνο το  ποδόσφαιρο της περιοχής αλλά και τις εθνικές κατηγορίες όπου διέπρεψε, κυρίως στη δεκαετία του 60. 
Το Μάιο του 1931, για την τόνωση του ηθικού των προσφύγων, επισκέπτεται τον “ συνοικισμό”, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν για “ αναπτέρωση των ελπίδων”.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1946, ο “προσφυγικός συνοικισμός” αποσπάται από το Δήμο Παγασών και αναγνωρίζεται ως ξεχωριστή Κοινότητα. Ωστόσο, δεν προλαβαίνει να λειτουργήσει ως Κοινότητα. Στις 29 Μαΐου 1947, αναγνωρίζεται ως “Δήμος Νέας Ιωνίας”.
Πρώτος Δήμαρχός της ήταν ο Ευάγγελος Καραμπατζάκης (’47-’49) και ακολουθεί ο Απόστολος Βολίδης (’49-’50).
Τη χρονιά της δημιουργίας του, ο καινούργιος Δήμος έχει 13706 κατοίκους οι οποίοι, ενώ μέχρι τότε ζούσαν με το όνειρο της επιστροφής στα πατρογονικά τους σπίτια, αρχίζουν να αποδέχονται την κατάστασή τους ως μόνιμη. Άλλωστε εμφανίζεται η δεύτερη γενιά, που μπορεί να μεγάλωσε με τις διηγήσεις και τα τραγούδια για τη μακρινή πατρίδα, αντιμετωπίζει όμως τη σκληρή, μετεμφυλιακή πραγματικότητα της Ελλάδας κι ελπίζει να ξεπεράσει το ζοφερό “εδώ και τώρα”.
Οι κάτοικοι της Νέας Ιωνίας, φιλόπονοι και πεισματάρηδες, ζουν τις οικογένειές τους ασχολούμενοι με το μικρεμπόριο- κυρίως των πλανοδίων- τις μεταφορές και την αλιεία. Οι “έμποροι” που γύριζαν, κατά το μεσοπόλεμο, στις γειτονιές, με σούστες και γαϊδουράκια, απέκτησαν σιγά-σιγά δικά τους μαγαζιά, κυρίως, στην οδό Χαλκηδόνος, το “Φαρδύ”, το μεγάλο δρόμο δηλαδή που αποτελούσε συνέχεια της 2ας Νοεμβρίου αλλά και σε άλλες γειτονιές, ακόμη και σε κεντρικούς δρόμους του Βόλου. Στο “Φαρδύ” υπήρχαν, ήδη από τα πρώτα χρόνια, πολλά καφενεία στα οποία συγκεντρώνονταν οι νοσταλγοί της μακρινής πατρίδας και θυμούνταν ιστορίες παλιές και τραγούδια του τόπου τους. Άλλοι ψάρευαν με μικρά καΐκια και βαρκούλες στον Παγασητικό, ενώ οι αγωγιάτες μετέφεραν τα προϊόντα των καταστημάτων του Βόλου, από τη λαχαναγορά τα αποικιακά ή τα ψαράδικα.
Όλοι αυτοί, οι καϊκτσήδες και οι αγωγιάτες, βοήθησαν στο χτίσιμο της νέας Ευαγγελίστριας, το 1966, μεταφέροντας πέτρες από τα κοντινά λατομεία. Το χτίσιμο έγινε από όλους τους μαστόρους της Νέας Ιωνίας. Ήταν μια ανταπόδοση στην Παναγιά που έσωσε τη ζωή των γονιών τους και τους οδήγησε σε τόπο ασφαλή και φιλόξενο.
Το 1972, προσαρτώνται στο Δήμο Νέας Ιωνίας οι Κοινότητες Φυτόκου και Μελισσιατίκων. Το 1998, με τον Καποδίστρια, προσαρτάται και η Κοινότητα Γλαφυρών ( Κάπουρνα), η ομηρική Κάπραινα, πατρίδα του Οσιομάρτυρα Γεδεών, του δια Χριστόν σαλού.
Ο πληθυσμός της πόλης, με την απογραφή του 2001, φτάνει τους 36000 κατοίκους.


Σέσκλο
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Το Σέσκλο οφείλει το όνομά του στο φυτό σέσκουλο, το κοινό παζί. Άγρια παζιά υπάρχουν παντού γύρω από το χωριό, κυρίως στον αρχαιολογικό χώρο. Ο Τσούντας γράφει ότι το όνομα του χωριού είναι και Σέσκουλον.

-Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Ο προϊστορικός οικισμός του Σέσκλου αναπτύχθηκε πάνω στο λόφο "Καστράκι" καθώς και στην περιοχή γύρω από το σημερινό Σέσκλο. Το Σέσκλο κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας. Τα εντυπωσιακά ευρήματα της περιοχής επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να μελετήσουν μια από τις παλαιότερες προϊστορικές κοινότητες της Ευρώπης.
Η πρώτη αναφορά του ονόματος του χωριού βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δούσικου Τρικάλων. Ανάμεσα στους δωρητές, που εγγράφονται στο ειδικό βιβλίο, υπάρχει και κάποιος Σεσκλιώτης. Η εγγραφή εικάζεται ότι έγινε γύρω στα 1600.
Στο νάρθηκα του Ιερού Ναού Ταξιαρχών (ο Άη Ταξιάρχης είναι ο προστάτης του χωριού) υπάρχει στήλη με την επιγραφή “Αύγουστος αψ…”. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αψ… σημαίνουν το 1700, είναι φανερό ότι ο ναός χτίσθηκε τον 18ο αιώνα. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι, παρά τα αναφερόμενα από τον περιηγητή Ληκ, υπήρχε ακμάζων οικισμός τον 18ο αιώνα.
Ο Ληκ πάντως, αναφέρει, πρώτος, την ύπαρξη παρηκμασμένου οικισμού στην περιοχή: “Είκοσι ερειπωμένα σπίτια με ένα μόνο Χριστιανό κάτοικο, αντιπρόσωπο του Αλή Πασά, με ειδική αποστολή”.
Ο Αργύρης Φιλιππίδης, λίγα χρόνια αργότερα, το 1815, επισκέπτεται το χωριό και γράφει για 150 σπίτια, μιλώντας για την ακμή και την παρακμή του τόπου. “Έχει σπίτια μεγάλα ωσάν του Βόλου, όμως σήμερα είναι δυστυχισμένον (το χωριό) και ο θεός να τους φέρει εις τα πρώτα τους”.
Ο Ζαχαρίου αναφέρει ότι η προηγούμενη ευεξία του τόπου οφείλονταν σε μικρές βιοτεχνίες επεξεργασίας μεταξιού.
Με την ακμή όμως του κοντινού Βόλου, το χωριό αρχίζει να παρακμάζει. Με την είσοδο του 19ου αιώνα, μεταφέρεται στα Παλιά το μεγάλο Παζάρι που γίνονταν στο Σέσκλο. Έτσι, οι λίγοι κάτοικοι που απομένουν “ζουν με την γεωργικήν”, κατά τον Φιλιππίδη.
Έως το 1912, το Σέσκλο υπάγεται στον Δήμο Φερών που έχει έδρα το Βελεστίνο. Στη συνέχεια, επειδή είχε “υπέρ τους 300 κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως”, αυτονομείται και αποτελεί ξεχωριστή Κοινότητα. Το σχολείο αυτό βέβαια αποτελούνταν έως το 1953 από μια μόνο αίθουσα. Αργότερα προστέθηκαν και κάποια κελιά που παραχώρησε η εκκλησία και, λίγα χρόνια αργότερα, χτίσθηκε, σε οικόπεδο που αγοράσθηκε από την Κοινότητα, καινούργιο διδακτήριο.
Κατά το μεσοπόλεμο, υπήρχαν στο χωριό και σκηνίτες Αρβανιτόβλαχοι. Οι άνθρωποι αυτοί στεγάσθηκαν σε σπίτια που έχτισαν σε παραχωρηθέντα από την Κοινότητα οικόπεδα.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως κατά τη δεκαετία ’50-’60, η Κοινότητα Σέσκλου ασχολήθηκε και με έργα ύδρευσης, καθαριότητας, χάραξης δρόμων, που άλλαξαν τη μορφή του τόπου και τη ζωή των πολιτών.
Το 1971 ιδρύεται ο Ποδοσφαιρικός Σύλλογος “Ακρόπολη” Σέσκλου και το 1984 δημιουργείται ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σέσκλου.
Σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα, στο Σέσκλο κυριαρχεί η αναφορά στο δίπολο Γκραίκοι- Βλάχοι καθώς οι κάτοικοι του χωριού είναι Βλάχοι ή Καραγκούνηδες στην καταγωγή. Οι παλαιότεροι δε, μιλούν και τη βλάχικη γλώσσα.

Διμήνι- Παλιούρι
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ετυμολογία της λέξης Διμήνι.
Η μία είναι το “δίμηνο”, οι δύο μήνες δηλαδή που απαιτούνταν να ζήσουν ως καλυβίτες στην περιοχή, οι αγρότες που είχαν τα σπίτια τους στη Μακρινίτσα.
Αν και οι ειδικοί θεωρούν αυτή την εκδοχή επικρατέστερη, μόλις προ τριακονταετίας, ο γράφων άκουγε και το “Ντιμήν Καλύβια” ως όνομα της περιοχής, κάτι που ενισχύει την άποψη του Κορδάτου ότι κάποιος Ντιμήν Πασάς, κληροδότησε το όνομά του στο χωριό.

-Σύντομη ιστορική αναδρομή
Το Διμήνι αποτελεί συνέχεια στο χώρο του μεγάλου προϊστορικού οικισμού που περιλαμβάνει το νεολιθικό οικισμό στην κορυφή του λόφου και το μεταγενέστερο προϊστορικό οικισμό στην πεδινή έκταση νοτιοανατολικά.
Οι οικισμοί Διμηνίου και Παλιουρίου πρέπει να ιδρύθηκαν κατά τον 19ο αιώνα από κατοίκους της Μακρινίτσας. Στις αρχές του 20ου αιώνα η περιοχή υπήρξε εγκαταλελειμμένη, τόσο που είχαν εκεί το κρησφύγετό τους ληστές. Ζωντάνευε μόνο όταν έρχονταν οι αγρότες από τη Μακρινίτσα.
Το Παλιούρι γνώρισε μια σχετικά σύντομη ζωή. Μετά από 70 χρόνια από την ίδρυσή του οι κάτοικοί του μετεγκαταστάθηκαν στον χαμηλότερο οικισμό του Διμηνίου. Το χωριό εγκαταλείφθηκε μετά τον Εμφύλιο επειδή στερούνταν βασικές υποδομές, όπως η συγκοινωνία και το δίκτυο της ΔΕΗ. Η μετεγκατάσταση των Παλιουριτών ολοκληρώθηκε στη δεκαετία 60-70.
Το Δημοτικό Σχολείο του Διμηνίου ιδρύθηκε μεταξύ 1868 -1870, λειτούργησε ως κοινοτικό ως την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881, και υπάγονταν στο Δήμο Μακρινίτσας. Ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης αναφέρει τη λειτουργία δύο γραμματοδιδασκαλείων στο χωριό, το 1887. Από το 1907 εγγράφονται στο Σχολείο και κορίτσια. Το 1ο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διμηνίου λειτουργούσε σε ενοικιασμένο σπίτι έως τους σεισμούς του 1957. Μόλις το 1958 αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου διδακτηρίου.
Στο δρόμο προς το Βόλο, υπάρχει ο μικρός οικισμός του Σαμπάναγα (από το όνομα κάποιου τούρκου μεγαλοκτηματία  το τοπωνύμιο) ή Λάμια. Εκεί υπάρχει η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου.



ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΓΡΙΑΣ

Αγριά
Προέλευση τοπωνυμίου:
Για την προέλευση του τοπωνυμίου υπάρχουν τέσσερις εκδοχές.
Η μία θέλει το όνομα να προέρχεται από το φυτό αγριάς (-ιάδος ), η άλλη από τις άγριες ελιές που έφταναν, μέχρι τότε, στην  παραλία (Αγριελιά- Αγριλιά - Αγριά) και η τρίτη από τη λέξη «άγρα» που σημαίνει κυνήγι, ψάρεμα.
Επικρατέστερη πάντως είναι η τέταρτη άποψη την οποία διατύπωσε ο λεχωνίτης λόγιος, Πάτροκλος Παλαμίδας, ο οποίος υποστήριζε ότι το όνομα προήλθε από τον ναό που υπήρχε εκεί στην αρχαιότητα και ήταν αφιερωμένος στην Αγραία Άρτεμη. Η γλωσσολογική εξέλιξη της Αγραίας σε Αγριά είναι ιδιαίτερα πιστευτή (κατά το ελαία - ελιά, γραία – γριά, έτσι και Αγραία - Αγριά).
Σύντομη ιστορική αναδρομή:

Κατά την τουρκοκρατία,  η κωμόπολη υπήρξε ένας απλός τελωνειακός σταθμός, χτισμένος στον όρμο της Αγριάς. Αναπτύχθηκε μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, όταν το 1882 συνδέθηκε οδικώς με το Βόλο. Το 1894 συνδέθηκε και σιδηροδρομικώς με τον Βόλο. Η γραμμή του σιδηροδρόμου επεκτάθηκε το 1903 έως τις Μηλιές.

΄Ως τότε, η Αγριά αποτελούσε ένα μικρό οικισμό αγροτικών καλυβιών των κατοίκων της Δράκειας και του Αγίου Λαυρεντίου.

Από το 1882 έως και το 1912, αποτελούσε χωριό του Δήμου Νηλείας.
Με την κατάργηση των δήμων, το 1912, δεδομένου ότι πληρούσε ήδη το αναγκαίο πληθυσμιακό κριτήριο και λειτουργούσαν εκεί υπηρεσίες όπως Ειρηνοδικείο, Ταχυδρομείο, Αστυνομικός Σταθμός, αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα.

Τότε αρχίζει η ανάπτυξή του χωριού που κορυφώνεται στο Μεσοπόλεμο, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς μαύρης ελιάς. Στο όρμο της Αγριάς φορτώνουν πλέον μεγάλα πλοία και λεμβοφορτηγίδες.
Το 1911 ιδρύεται η Α.Γ.Ε.Τ ΗΡΑΚΛΗΣ. Το εργοστάσιο διαθέτει φυσικό λιμάνι και εντάσσεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες τσιμεντοβιομηχανίες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής.
Το φημισμένο εργοστάσιο της ΕΨΑ ιδρύεται το 1924 από τους αδελφούς Κοσμαδόπουλους, ιδιοκτήτες τράπεζας, με σκοπό την κατασκευή ψυγείων φρούτων και μονάδας παραγωγής πάγου.
Η υπερπαραγωγή της περιοχής σε λεμόνια οδηγεί σταδιακά τους ιδιοκτήτες στην κατεύθυνση εμφιάλωσης στην αρχή και, αργότερα, παραγωγής αναψυκτικών.
Δημιουργούνται επίσης, το εργοστάσιο Ι. Ματσάγγου που ασχολείται με την επεξεργασία, συσκευασία και εμπόριο ελαιών καθώς και άλλες μικρότερες επιχειρήσεις παρόμοιου χαρακτήρα, όπως και μικρή βιοτεχνία βαρελιών και κατεργασίας ξύλου η οποία  στη συνέχεια μετατράπηκε σε βιομηχανία κατασκευής επίπλων.
Το 1933 ο πληθυσμός της Αγριάς φτάνει τους 1045 κατοίκους. Έχουν ήδη προστεθεί, από το 1922, και 50-60 οικογένειες προσφύγων, κυρίως από τους Επιβάτες.
Το 1934 χαράσσεται ο δρόμος Αγριάς –Δράκειας.
Μετά τον πόλεμο, από τη Βασιλική Πρόνοια, κτίζεται στην περιοχή η Παιδόπολη (1947). Αργότερα κτίζεται και η κλινική Μπισακού.
Το 1998, με το σχέδιο Καποδίστριας ένας νέος Δήμος, ο Δήμος Αγριάς, ιδρύεται και συμπεριλαμβάνει τις κωμοπόλεις Αγριά και Δράκεια, οι οποίες, ως τότε, αποτελούσαν ξεχωριστές Κοινότητες.


-Δράκεια

Προέλευση τοπωνυμίου:

Οι απόψεις για την προέλευση του ονόματος του χωριού είναι -όπως συνήθως- περισσότερες της μιας.
-Το χωριό πήρε το όνομα αυτό από τον πρώτο του οικιστή που λεγόταν Δράκος.
-Κατά την παράδοση κάποιο μυθολογικό θηρίο (δράκος) ζούσε στην περιοχή. Μάλιστα, το πρώτο κοινοτικό συμβούλιο αποφάσισε να φέρει η σφραγίδα της Κοινότητας  την παράσταση πτερωτού δράκου με κεφάλι φιδιού και ουρά σκορπιού.
- Το όνομα του χωριού προέρχεται από τη λέξη δραξ που σημαίνει χούφτα χεριού, κι αυτό γιατί το χωριό είναι χτισμένο σε βαθουλωτό μέρος και δίνει την εντύπωση ότι είναι χτισμένο σε μια χούφτα.
-Στα τσέχικα, draga σημαίνει πέρασμα  (το χωριό είναι πέρασμα από την ανατολική μεριά του Πηλίου στη δυτική). Μια εκδοχή εξαιρετικά αδύναμη.


Σύντομη ιστορική αναδρομή:

Η Δράκεια δημιουργήθηκε, όπως και όλα σχεδόν τα χωριά του Πηλίου, από συγκεντρώσεις σε οικισμούς όσων εργάζονταν, κατά το ύστερο Βυζάντιο, σε κτήματα μοναστηριών.
Όπως είναι γνωστό, το Πήλιο υπήρξε ο δεύτερος Άθωνας, ονομάζονταν δε, μετά τον 10 μ. Χ. αιώνα, “Βουνό των Κελίων”.
Στους εργάτες αυτούς προστέθηκαν, αργότερα, νομάδες Ηπειρώτες οι οποίοι διέφευγαν τους διωγμούς.
Το όνομα Δράκεια πρωτοπαρουσιάζεται σε έγγραφα του 16ου αιώνα. Συγκεκριμένα, υπάρχει σε έγγραφο που βρίσκεται στην Πρόθεση του Μεγάλου Μετεώρου και υπολογίζεται ότι έχει κατατεθεί μεταξύ 1520 και 1640.
Επίσης βρίσκεται σε έγγραφο δωρεάς προς τον Πανάγιο Τάφο που συντάχθηκε εκατό περίπου χρόνια αργότερα (1658). Το 1614 είχε 147 οικογένειες, οι περισσότεροι των οποίων είχαν έλθει από την Ήπειρο.
Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι κάτοικοι της Δράκειας ανέπτυξαν τη βιοτεχνία (κυρίως μεταξιού) και το ανταλλακτικό εμπόριο. Οι περισσότεροι όμως ασχολούνταν με την καλλιέργεια ελαιόδεντρων και μήλων και κάποιοι άλλοι  με την ξυλεία.  Στην Δράκεια, όπως και σε άλλα χωριά του Πηλίου, υπήρχαν νερόμυλοι που άλεθαν σιτάρι.  Στις αρχές του 20ου αιώνα, το άφθονο νερό, όπως έχει συμβεί και με την Πορταριά, προσφέρει στους Δρακειώτες, τη δυνατότητα να δουν τα σπίτια και τους δρόμους τους να φωταγωγούνται.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1943, οι Γερμανοί, για αντίποινα, εισέβαλαν στην Δράκεια, μπήκαν στο κεντρικό καφενείο του χωριού, και συνέλαβαν τους περισσότερους άντρες. Τα χαράματα της 18ης Δεκεμβρίου τους μετέφεραν, κατά ομάδες, στο παρακείμενο ποτάμι και τους εκτέλεσαν. Η Δράκεια τότε θρήνησε 118 θύματα. Οι παλιοί αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι το κόκκινο, από το αίμα των εθνομαρτύρων, νερό του ποταμού έφτασε μέχρι την Αγριά.
Για το λόγο αυτό, η Δράκεια χαρακτηρίστηκε μαρτυρικό χωριό. Στο σημείο της εκτέλεσης υπάρχει μνημείο με αναθηματική στήλη όπου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων.

-Άγιος Λαυρέντιος

Προέλευση τοπωνυμίου:

Το χωριό οφείλει την ονομασία του στην Μονή του Αγίου Λαυρεντίου που κτίσθηκε από ρωμαιοκαθολικούς βενεδικτίνους μοναχούς (τους Αμαλφινούς) κατά την περίοδο των Σταυροφοριών (11ος αι.).
Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Το μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου, αργότερα εγκαταλείφθηκε για να κτισθεί εκ νέου, ως ορθόδοξη μονή, από τον όσιο Λαυρέντιο τον Τραπεζούντιο, μοναχό από την Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Όρους. Η ανακατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1378, με την οικονομική βοήθεια του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού.
Σήμερα η Μονή, που βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό, αποτελεί γυναικείο κοινόβιο.
Το χωριό άρχισε να κατοικείται την εποχή της ανακατασκευής της Μονής του Αγίου Λαυρεντίου, τον 14ο αιώνα.
Η τοποθεσία του χωριού και η σχετική αυτονομία της περιοχής από κεντρικές εξουσίες, οδήγησε σε ανάπτυξη της γεωργίας, της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Έτσι, στους μετέπειτα αιώνες, με την έλευση και άλλων νέων κατοίκων - Ηπειρωτών, Βλάχων και νησιωτών - και με την ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου, το χωριό μεγάλωσε πολύ, για να φτάσει σε περίοδο ακμής από τα τέλη του 17ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. Οι Αγιολαυρεντίτες καλλιεργούσαν ελιές και οπωροφόρα στις πλαγιές κάτω από το χωριό τους έως τον κάμπο μεταξύ Αγριάς και Λεχωνίων, ενώ το εμπόριο της ελιάς προς όλα τα Βαλκάνια και τις Παραδουνάβιες περιοχές, απέφερε μεγάλα κέρδη.
Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, ο ιερομόναχος Κασσαβέτης υπέγραψε την επαναστατική προκήρυξη για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στο αρχονταρίκι της Μονής του Αγίου Λαυρεντίου.
Μεγάλο προσκύνημα του τόπου αποτελούν τα αποθησαυρισμένα ιερά λείψανα του, καταγόμενου από τον Άγιο Λαυρέντιο, νεομάρτυρα Αποστόλου του Νέου.


-Άγιος Βλάσιος
Προέλευση τοπωνυμίου:
Η ονομασία του οφείλεται στην εκκλησία του χωριού, που είναι αφιερωμένη στον ομώνυμο άγιο και είναι χτισμένη το 1836. Η παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Καραμπάς ή Καραμπάσι, που, στα τουρκικά, σημαίνει “μαύρη κεφαλή”.
Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, το Καραμπάσι αποτέλεσε διαμέρισμα του Δήμου Νηλείας. Το 1914, έγινε ανεξάρτητη κοινότητα και το όνομά του άλλαξε σε Άγιος Βλάσιος. Το 1998, ο Άγιος Βλάσιος αποτέλεσε δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αρτέμιδος, που πρωτεύουσά του είχε  τα Άνω Λεχώνια.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο οικισμός του Παλιόκαστρου, που βρίσκεται στην ρεματιά ανάμεσα στα Άνω Λεχώνια και τον Άγιο Βλάσιο, κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Τούρκους. Όπως ήταν φυσικό, στον οικισμό υπήρχε και μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί). Ο πύργος του τζαμιού (ο μιναρές) υπήρχε μισοκατεστραμμένος μέχρι τα τέλη του 20ού αι.

-Λεχώνια (Άνω και Κάτω)

Προέλευση τοπωνυμίου:
Ο Κορδάτος στο βιβλίο του “Ιστορία Επαρχίας Βόλου και Αγιάς” αναφέρει ότι η ονομασία “Λεχώνια” είναι σλαβική. Το τοπωνύμιο παράγεται από τη λέξη Lech που, στα σλαβικά, σημαίνει πεδινός. Επειδή τα Λεχώνια είναι χτισμένα σε πεδιάδα, πήραν την ονομασία αυτή.
Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία ,η λέξη “Λεχώνια” προέρχεται από το φυτό η ηδύοσμος ο γλήχων (μέντα). Το υποκοριστικό του γλήχων είναι χληχώνιον. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, πρέπει να φύτρωνε ή να καλλιεργούνταν στα Λεχώνια  πολλή μέντα. Γι΄ αυτό ο τόπος λεγόταν “Γληχώνιον” και από “Γληχώνι” έγινε “Λεχώνι”.
Μια άλλη γνώμη είναι ότι το τοπωνύμιο “Λεχώνια” είναι παραφθαρμένο το όνομα της αρχαίας μαγνητικής πόλης “Μεθώνη”.
Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι “Λεχώνια” είναι παραφθαρμένο το “Λυκόνια” (από το λύκος).
Μια υπόθεση είναι επίσης ότι το τοπωνύμιο είναι λατινογενές και προέρχεται από το locone, που είναι μεγενθυτικό του locus-loco και σημαίνει τσιφλίκι, χτήμα, χωράφι, χωριό.
Σύντομη ιστορική αναδρομή:

Την πρώτη ιστορική αναφορά για τα Λεχώνια έχουμε τον 13ο αιώνα μ.Χ. Όπως αναφέρουν παλαιά έγγραφα και χρονικά, ο βυζαντινός ηγεμόνας Μιχαήλ Β ο Παλαιολόγος έδωσε το χωριό προίκα στην κόρη του Άννα, όταν παντρεύτηκε τον φράγκο ηγεμόνα της Αχαΐας Βιλεαρδουίνο. Αργότερα, αποτέλεσε ιδιοκτησία της οικογένειας των Μελισσηνών, για να περάσει, στη συνέχεια, στους Καταλανούς.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι έχτισαν στο χωριό οχυρωμένους πύργους, θέλοντας να διασφαλίσουν τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους.
Διοικητικά, τα Λεχώνια ανήκανε στα Χάσια.
Ο Γεωργιάδης περιγράφει με πολύ λυρισμό τους κήπους που εναλλάσσονται με χλοερούς λειμώνες, τα οπωροφόρα δέντρα και το δροσερό νερό των κρηνών και των ρυάκων.
Το ποτάμι που χωρίζει τα Λεχώνια από τα Καλά Νερά, στην αρχαιότητα, ονομάζονταν Βρύχων και διατηρεί περίπου το ίδιο όνομα, έως και σήμερα. Ονομάζεται Βρυχιά.



ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ

Πορταριά
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Το χωριό Πορταριά πήρε το όνομά του από την “Παναγία την Πορταρέα”, ένα εκκλησάκι του 16ου αιώνα (1581), χτισμένο στη θέση όπου υπήρχε μετόχι της Μονής Προδρόμου Νέας Πέτρας. Η Μονή ιδρύθηκε στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα, από τους τοπάρχες της Δημητριάδας.
- Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Η Πορταριά, μαζί με τη Μακρινίτσα, αποτελούσαν, στα βυζαντινά χρόνια, ένα μεγάλο οικισμό που ονομάζονταν “Άνω Δρυανούβαινα”. Ο οικισμός αυτός, όπως και όλα σχεδόν τα χωριά του Πηλίου, δημιουργήθηκε από συγκεντρώσεις των αγροτών και των εργατών των κοντινών μοναστηριών.
Κατά τον Βαγγέλη Σκουβαρά, η πρώτη μνεία του ονόματος “Πορταριά”, απαντάει στα 1557, σε έγγραφο το οποίο, στα 1915, βρίσκονταν στον Άη Λαυρέντη, στα χέρια των κληρονόμων Ν. Τασαίου. Επίσης, το όνομα “Πορταρία” αναφέρεται στο Συναξάρι του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω.
Η Πορταριά περιγράφεται και από περιηγητές όπως ο αρχαιολόγος και τοπογράφος Gell, καθώς και από εντόπιους ιστορικούς όπως ο Νικόλαος Μάγνης (1860, οι Δημητριείς (1791),  Α.Φιλιππίδης και ο Ν. Γεωργιάδης.
Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι κάτοικοι του χωριού είναι χαλκιάδες, βιοτέχνες βυρσοδεψίας, σηροτρόφοι, κατασκευαστές μπρισιμιών και γαϊτανιών. Το 1840, υπήρχε στην Πορταριά Γάλλος Υποπρόξενος, ο Bartelemy, ο οποίος πρακτόρευε τα προϊόντα του μεταξιού. Στο τέλος του 18ου αιώνα , οι Πορταρίτες, όπως και οι άλλοι πηλιορείτες, αρχίζουν να μεταναστεύουν σε χώρες της Ευρώπης, της Μικρασίας και της Αιγύπτου.
Το φαινόμενο αυτό, κατά τον Άθω Τριγκώνη, έχει την εξήγησή του μάλλον στον υπερπληθυσμό. Οι μετανάστες στην Αίγυπτο  χτίζουν στην πατρίδα τους, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλα αρχοντικά. Επίσης κάνουν σημαντικές δωρεές, αφήνοντας Κληροδοτήματα, εκ των οποίων ορισμένα, λειτουργούν έως και σήμερα.
Η Πορταριά παίρνει μέρος στο κίνημα του 1854 καθώς και στην Επανάσταση του 1878. Την Πρωτοχρονιά του έτους αυτού ορίζεται έδρα της προσωρινής Κυβέρνησης Πηλίου, με Πρόεδρο τον Ιερώνυμο Κασσαβέτη. Έλαβε μέρος στη μάχη της Μακρινίτσας και απελευθερώθηκε το Νοέμβρη του1881,  μαζί με όλη τη Θεσσαλία. Στις 13 Ιουλίου του 1883, συνενώνεται με το Κατηχώρι στο Δήμο Ορμινίου.
Το 1912, αποτελεί και πάλι ξεχωριστή Κοινότητα. Έχει αρχίσει να συρρικνώνεται πληθυσμιακά, δεδομένου ότι υφίσταται πλέον μια εσωτερική μετανάστευση προς την νέα πόλη του Βόλου με την οποία συνδέεται από το 1884 “δι αμαξιτής οδού, δωρεάς του Πανταζή Βασσάνη”. Χτίζεται το Μέγα Θεοξένια (1905) το οποίο, ώς τον καιρό που καταστρέφεται από τους Γερμανούς (1944), αποτελεί το πολυτελέστερο ξενοδοχείο των Βαλκανίων. Εκείνο τον καιρό αρχίζει και η ανάπτυξη του Τουρισμού στην περιοχή, θερινού έως το 1970, παντός καιρού στη συνέχεια, με τη δημιουργία της Χιονοδρομικής Πίστας , στις Αγριόλευκες .Η Πορταριά αποκτά, πριν από το Βόλο, ηλεκτρικό ρεύμα, με τη δημιουργία της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Λειτουργεί Νηπιαγωγείο (Αθανασάκειο), Δημοτικό Σχολείο (Τσοπότειο), Σχολαρχείο και Παρθεναγωγείο (Μελάκειο).
Η Πορταριά καταστρέφεται κατά την Κατοχή από εμπρησμό των κατακτητών (1944) και τον Απρίλιο του 1955 από τους σεισμούς.
Το 1998 συνενώνεται με τις Κοινότητες Κατηχωρίου, Άλλης Μεριάς και Σταγιατών στον καποδιστριακό Δήμο Πορταριάς.

Κατηχώρι
-Προέλευση του τοπωνυμίου:
Δύο είναι οι εκδοχές προέλευσης των ονομάτων “Κατηχώρι” ή “Κατωχώρι”-η διπλή ονομασία είναι πολύ παλιά, από την εποχή της Τουρκοκρατίας:
-“Κατηχώρι” είναι το χωριό του Κατή. Πράγματι, το 1842, οι κατηχωρίτες κατάφεραν να μεταφέρουν το κατηλίκι (Ειρηνοδικείο) στο χωριό τους. Έτσι το χωριό έγινε έδρα του τούρκου δικαστή, του Κατή, από τον οποίο πήρε το όνομά του.
-“Κατηχώρι”, ονομάζεται ο Κάτω Μαχαλάς της Πορταριάς, ο οποίος στη συνέχεια αυτονομήθηκε.
Αν και η πρώτη εκδοχή είναι η περισσότερο γοητευτική για τους κατοίκους του χωριού, επικρατέστερη πρέπει να θεωρείται η δεύτερη, δεδομένου ότι ο τύπος “Κατηχώρι” συναντάται πολύ πριν τα μισά του 19ου αιώνα, στους Δημητριείς, το 1791, καθώς και στη “Μερική Γεωγραφία” του Αργύρη Φιλιππίδη, το 1815.

Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Το μεσαιωνικό όνομα του χωριού είναι Κάτω Δρυανούβαινα. Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, πρέπει να ανήκε στο βυζαντινό δημόσιο ή σε κάποιον άρχοντα, συγγενή του αυτοκράτορα. Αργότερα αποτέλεσε τουρκικό τσιφλίκι. Στην αρχή της τουρκοκρατίας θεωρούνταν ο Κάτω Μαχαλάς της Πορταριάς, με τον καιρό όμως χωρίστηκε και αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα. Το 1615 είχε 182 οικογένειες και 17 σπίτια. Είχε επίσης και τουρκικό τζαμί. Ο Αργύρης Φιλιππίδης αναφέρει, στις αρχές του 19ου αιώνα, την ύπαρξη πολλών μοναστηριών στην περιοχή. Αργότερα, ο Δωρόθεος Σχολάριος γράφει, για την περίοδο 1860-1870, ότι το χωριό έχει 1000 κατοίκους και μεγάλα σπίτια ,ενώ ο Ρηματισίδης, περί το 1870, βρίσκει τους κατηχωρίτες “πολυπράγμoνας και ιδιοτελείς ”.
Το 1883, το Κατηχώρι και η Πορταριά συναποτελούν τον Δήμο Ορμινίου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1887, το Κατηχώρι λειτουργούσε δύο σχολεία, αρρένων και θηλέων, με 92 μαθητές.
Υπήρχαν επίσης εδώ γαλιάγριες, ελαιοτριβεία δηλαδή, ένα εκ των οποίων σώζεται μέχρι σήμερα, είναι δημοτικό και παρουσιάζει σε μαθητές και επισκέπτες την παραδοσιακή παραγωγή ελαιολάδου. Υπήρχαν ακόμη τεχνίτες που δούλευαν το χαλκό, το ασήμι και το χρυσό. Οι κάτοικοι του Κατηχωρίου ασχολήθηκαν και με τη σηροτροφία, τη βιοτεχνία μεταξωτών και τη βυρσοδέψία.
Στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, οι καλλιέργειες του μήλου φιρικιού, ελιάς και αμπελιού αποτελούν τις κύριες ασχολίες των κατοίκων του χωριού. Στο μεσοπόλεμο, η ηλεκτροδότηση αυξάνει την παραγωγή των βιοτεχνικών εργαστηρίων. Τότε ηλεκτροδοτείται και το ένα ελαιοτριβείο, του Χατζηγιάννη, ενώ του Σίμου παραμένει υδροκινούμενο.
Στην Κατοχή το Κατηχώρι βομβαρδίστηκε δυο φορές. Το 1943 οι Γερμανοί σκότωσαν εν ψυχρώ 13 κατοίκους του χωριού. Το 1944 οι κατακτητές έκαψαν το Κατηχώρι, μαζί με την Πορταριά.
Το 1955, στο μεγάλο σεισμό, το Κατηχώρι είχε τις απώλειές του σε δεκάδες κτήρια. 
Η κατασκευή του οδικού δικτύου Πηλίου, ενώ για άλλα χωριά υπήρξε ευλογία, για το Κατηχώρι ήταν η καταστροφή. Υποβιβάστηκε και από κέντρο διερχομένων καραβανιών που κατευθύνονταν στο Βόλο ή επέστρεφαν στα χωριά, αφήνοντας χρήμα στον τόπο, κατέληξε ένα μικρό αγροτικό χωριουδάκι.
Κάτι από την παλιά του αίγλη απέκτησε και πάλι με την συνένωση του “Καποδίστρια” το 1998. Ως διαμέρισμα του Δήμου Πορταριάς έχει πλέον υποδομές τέτοιες που του επιτρέπουν μια ανάπτυξη στον τουρισμό- τομέα άγνωστο έως τώρα στο χωριό.

-Άλλη Μεριά
Προέλευση τοπωνυμίου:
Όπως, κατά κανόνα, συμβαίνει, υπάρχουν περισσότερες της μιας εκδοχές για την προέλευση του ονόματος του χωριού.
Η πρώτη, που θεωρείται και η δημοφιλέστερη, είναι η πλέον προφανής. Το χωριό ονομάσθηκε από την τοποθεσία που είναι χτισμένο. Αποτελεί την άλλη μεριά, την ανατολική, του μεγάλου Άνω Βόλου ή του Δήμου Ιωλκού (1883-1912).
Ο Κορδάτος ανακαλύπτει, ως καταγωγή του ονόματος, την αραβοτουρκική λέξη “Αλμεριά” που σημαίνει βοσκότοπος.
“Άλλη Μεριά” θα μπορούσε να είναι και ο “μεριάς”, ο βοσκότοπος δηλαδή, κάποιου παλαιού κατοίκου της περιοχής, του Αλή. Βέβαια, τότε θα έπρεπε να εξηγηθεί και ο διπλασιασμός του λάμδα. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, μιλούν για λαθροχειρία των λογίων.
Ο αείμνηστος Θανάσης Ζέρβας, στο βιβλίο του Η ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ, ισχυρίζεται ότι έχει ανακαλύψει, σε περιηγητές ή σε παλαιούς ιστορικούς, και άλλες ονομασίες του χωριού, όπως Αλμεριά, Αλή Μεριά, Άλμιρα.

Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Οι πρώτοι οικιστές της περιοχής φαίνεται ότι υπήρξαν Δημητριείς, κάτοικοι της Δημητριάδας , του σημερινού Βόλου, δηλαδή, οι οποίοι, κατά τον 15ο αιώνα, εγκαταλείπουν την περιοχή γύρω από το Κάστρο του Βόλου και, από το φόβο των πειρατών, ανεβαίνουν ψηλότερα. Όσοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, προτιμούν την Άλλη Μεριά η οποία ανέκαθεν αποτελούσε βοσκότοπο.
Κατά τον καθηγητή Νίκο Πανταζόπουλο, το όνομα “Άλλη Μεριά” αναφέρεται για πρώτη φορά σε ιεροδικαστική απόφαση του 1615 με την οποία επιλύεται συνοριακή διαφορά μεταξύ των όμορων Κοινοτήτων Πορταριάς, Κατηχωρίου, Άνω Βόλου καθώς και της Κοινότητας Μακρινίτσας.
Για να είναι δυνατόν να εγείρονται απαιτήσεις αυτής της μορφής, πρέπει η Άλλη Μεριά να υπήρξε, από τότε, συγκροτημένος αυτοδιοικούμενος οικισμός.
Η Άλλη Μεριά, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, ανήκε στα χάσια, δηλαδή στα χωριά στα οποία υπήρχε τούρκος διοικητής με αυξημένες αρμοδιότητες.
Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, εγκαθίστανται στο χωριό Βλάχοι οι οποίοι ασχολούνται στην αρχή με την κτηνοτροφία και στη συνέχεια γίνονται κυρατζήδες, μεταφορείς δηλαδή εμπορικών και γεωργικών προϊόντων. Μένουν σε ειδική συνοικία τον Βλαχομαχαλά και αποφεύγουν τα συνοικέσια με τους “Γκραίκους”.
Σήμερα, παρόλο που είναι έντονο το βλάχικο στοιχείο στην Άλλη Μεριά, δεν ακούγεται η βλάχικη γλώσσα στην περιοχή.
Μεταξύ 1850 και 1861, χτίζεται από τον πορταρίτη Ιωάννη Χατζηαργύρη, πλούσιο αιγυπτιώτη, ένα υπέροχο νεοκλασικό το οποίο δεσπόζει και σήμερα στο χωριό και είναι γνωστό (από το μετέπειτα ιδιοκτησιακό του καθεστώς και την χρήση του στον 20ο αιώνα) ως ξενώνας Στούρνα.
Η Άλλη Μεριά, το 1883, αποτελεί μέρος του Δήμου Ιωλκού. Τα άλλα χωριά ήσαν ο Άνω Μαχαλάς (Άνω Βόλος), ο Άγιος Ονούφριος και η Ανακασιά. Εξ αυτών, ο παλαιότερος οικισμός υπήρξεν εκείνος του Αγίου Ονουφρίου. Ως έδρα του Δήμου ορίσθηκε η Ανακασιά, ενώ ο Άνω Μαχαλάς και η Άλλη Μεριά συναποτελούσαν τη μία Κοινότητα του Δήμου.
Το 1870, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Δωρόθεος Σχολάριος αναφέρει τη λειτουργία αλληλοδιδακτικού σχολείου, στη συνοικία Τσεσμέ της Άλλης Μεριάς.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι κάτοικοι της περιοχής ήσαν γεωργοί, κτηματίες, αγωγιάτες, κτηνοτρόφοι, κτίστες. Τότε κτίζεται ο φούρνος του Βελέντζα που τοιχογράφησε αργότερα ο μεγάλος ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, με παραστάσεις από την τοπική ιστορία, τη λαογραφία και τη λαϊκή λογοτεχνία. Την ίδια εποχή γίνονται από τον Εβαρίστο Ντε Κίρικο, πατέρα του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, αντιπλημμυρικά έργα στον Άναυρο.
Κατά τη διετία 1927-1929, η Άλλη Μεριά συνδέεται οδικά με το Βόλο, ενώ το 1951 το χωριό ηλεκτροδοτείται. Τον επόμενο χρόνο αποκτάει το πρώτο του χειροκίνητο τηλέφωνο, το οποίο εγκαθίσταται σε καφενείο της πλατείας. Τα πρώτα τηλέφωνα δόθηκαν δώδεκα χρόνια αργότερα.
Το 1998 συνενώνεται με την Πορταριά, το Κατηχώρι και τις  (τους) Σταγιάτες και αποτελούν τον Δήμο Πορταριάς.

Σταγιάτες
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Πέντε διαφορετικές εκδοχές υπάρχουν για την ονομασία αυτού του μικρού χωριού.
-Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, το χωριό πήρε το όνομά του από τη σλαβική λέξη “στάϊα” που σημαίνει σταθμός. Το χωριό δηλαδή υπήρξε σταθμός ανάπαυσης των χωρικών του Πηλίου που ανεβοκατέβαιναν στο Βόλο.
            -Ο Σκουβαράς αντίθετα, υποστηρίζει την προέλευση του τοπωνυμίου από τον πρώτο οικιστή του που ονομάζονταν Σταής ή Στάιας.
-Υπάρχει η εκδοχή της παραγωγής του τοπωνυμίου από τη σλαβική λέξη “τάϊά” (ταΐστρα των ζώων).
-Σταγιάτες είναι μια εξέλιξη της έκφρασης “στ΄ άγια” (πάμε), λόγω της ύπαρξης πολλών μοναστηριών στην περιοχή. Η πιο αδύναμη, κατά την άποψή μας, εκδοχή.
            -Το χωριό πήρε το όνομά του από τη βυζαντινή ονομασία της Καλαμπάκας- “Σταγοί”. Υπάρχουν, άλλωστε, ανέκαθεν παραδοσιακές σχέσεις με τους κατοίκους της δυτικής Θεσσαλίας.

Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Οι Σταγιάτες υπήρξαν, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, ένας από τους μαχαλάδες της Μακρινίτσας. Είχε χαρακτηριστεί, με έγγραφο του Σουλτάνου Μεχμέτ Β,  ως “βακούφι” και είχε αφιερωθεί στο ίδρυμα Χατζή Αχμέτ Αγά.
Στην Επανάσταση του 1821, ανέδειξε αγωνιστές, όπως ο Νικόλαος Καψάλης, μαζί με τα τρία αδέλφια του και “άλλους πλησιέστερους συγγενείς του”, όπως αναφέρει ο Βάσσος Μαυροβουνιώτης.
Ο Ρηματισίδης θεωρεί τους κατοίκους του χωριού “ευφυείς, ζωηρούς και εύθυμους ανθρώπους αλλά μην έχοντας την, ως θα έπρεπε να έχουσιν ανατροφήν”.
Ο Γεωργιάδης, το 1880, γράφει για τις ασχολίες των κατοίκων. Κτήματα και βιομηχανία βαμβακερών υφασμάτων. Πράγματι, στην άκρη του μικρού αυτού χωριού, υπήρχε μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής βαμβακερών υφασμάτων στο οποίο εργάζονταν περισσότεροι από 60 εργάτες, ορισμένοι από τα γύρω χωριά.
Για το λόγο αυτό, λειτουργούσαν, από τα πλούσια σε νάματα ρέματά του, πολλές ντριστέλλες, μεγάλα ξύλινα κανάλια, δηλαδή, που λεύκαιναν τα υφάσματα.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχίζει στο χωριό και η παραδοσιακή παραγωγή του λουκάνικου. Η παραγωγή του νόστιμου αυτού μεζέ κορυφώθηκε έως τα μέσα του 20ου αιώνα, έτσι που τα σταγιατιώτικα λουκάνικα να γίνουν πασίγνωστα σε όλη την Ελλάδα.
Γύρω στα 1900, ο Φιλιππίδης αναφέρεται, συν τοις άλλοις, και στην “ ειδικήν (των σταγιατιωτών) τους εκκλησία, εις την άκρια του μαχαλά”.
Πράγματι, ο Άη Θανάσης χτίσθηκε το 1753. Πρέπει να καταστράφηκε καθώς, σε πλάκα εντοιχισμένη, αναφέρεται ότι ο ναός  “εξανανεώθη το 1883”. O ναός κατέρρευσε με τους σεισμούς του 1955 και ξαναχτίστηκε το 1962 με τη βοήθεια της ΕΡΤ.
Το 1912 αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα.
Στον 20ο αιώνα, οι Σταγιάτες είναι ένα μικρό γραφικό χωριό. Υπάρχει κάποια κίνηση με τους προσκυνητές στο πάνω αλλά και στο παλιό μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το επισκέπτονται επίσης και για το καθαρό, εύγευστο κι ελαφρύ νερό. Στην πλατανοσκέπαστη πλατεία του χωριού υπάρχει κρήνη με αρχαία αραβική( ή τούρκικη) επιγραφή.
Την περίοδο 1999-2011, οι Σταγιάτες αποτελούν δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Πορταριάς.

Μακρινίτσα
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Η Μακρινίτσα πήρε το όνομά της από την Μονή “Παναγίας της Μακρινίτισας ή της Θεοτόκου της Οξείας Επισκέψεως”. Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον τοπάρχη Δημητριάδας, Κων. Μελισσηνό, στο διάστημα 1204-1215.

-Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Η Μακρινίτσα οργανώνεται, αρχικά, ως ένας μικρός οικισμός των εργατών γης του μοναστηριού. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας αποτελούν με την Πορταριά, την Άνω Δρυανούβαινα.
Το 1615 υπάρχουν 147 γεωργικές οικογένειες, ενώ η περίοδος της άνθησης και της ακμής αρχίζει μετά το 1700. Στο τέλος του 18ου αιώνα, η Μακρινίτσα ήταν το μεγαλύτερο χωριό, από τα βακούφια, σε πλούτο και πληθυσμό και έγινε πρωτεύουσα των βακουφιών. Ως γνωστόν, τα βακούφια είχαν πολλά προνομία, πλήρωναν ελάχιστους φόρους στην Οθωμανική αυτοκρατορία και η διοίκησή τους βρίσκονταν στα χέρια των δημογερόντων.
“Αυτή η χώρα έχει τόπο περισσότερο από όλα τα χωρία· τα εισοδήματά της είναι πρώτο το μετάξι και σιτάρι, και κρασί, και μέλι εξαίρετο· έχει πολύν τόπον αγεώργητο δια ζώα, εις τον οποίο έρχονται από την άνω Θετταλία και Μακεδονία και ξεχειμάζουν τα ζώα τους· μέσα εις την χώρα, δουλεύουν και εργόχειρα, οι άνδρες παπούτζια, μετάφια, δισάκια, τουρβάδες, από τα οποία προμηθεύονται τα περισσότερα χωρία” γράφουν πρώτοι οι Δημητριείς.
Ο Ν. Μάγνης, που την επισκέφθηκε το 1858, γράφει ότι η Μακρινίτσα ήταν “η πρώτη κωμόπολις, μάλλον δε πόλις δια το μέγεθος και το προνόμιον, το οποίον είχε να είναι -τρόπον τινά- μητρόπολις και πρωτεύουσα των βακουφίων”.

Εκτός από τις πολλές εκκλησίες που χτίσθηκαν στο χωριό, κυρίως κατά τον 18ο αιώνα, ανεγείρονται και πύργοι, εκ των οποίων σήμερα σώζονται τρεις, καθώς και πολλά αρχοντικά.

Η Μακρινίτσα έλαβε μέρος στο κίνημα του 1854 αλλά και στην Επανάσταση του 1878. Σύμφωνα με τον αγωνιστή Μιλτιάδη Σεϊζάνη, η πρώτη μάχη στη Θεσσαλία στα πλαίσια της εξέγερσης, έγινε στη μονή Σουρβιά (της Μακρινίτσας), στις 12 Ιανουαρίου 1878. Στη μάχη του Σαρακηνού, τον ίδιο χρόνο, οι μακρινιτσιώτες πολέμησαν γενναία τον Ισκεντέρ πασά. Σκοτώθηκαν 500 τούρκοι και μόνο τρεις αντάρτες. Στη μάχη αυτή, στην οποία δολοφονήθηκε ο μέγας φιλέλληνας ρεπόρτερ των Times, Κάρολος Όγλ, ξεχώρισαν για τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση τους τρεις γυναίκες, η Μαργαρίτα Μπασδέκη (Μαλιούφα), η Σουίπαινα και η Παπαθανάσενα Μητριάνα.

Η Μακρινίτσα εκτίθεται στη δοκιμασία της παρακμής και στον κίνδυνο αφανισμού, με την αλλαγή του κοινωνικού και οικονομικού προτύπου της χώρας μας, οπότε αρχίζει η ανάπτυξη του Βόλου, ο οποίος συγκεντρώνει το εμπόριο και τις βιοτεχνίες της Μακρινίτσας και του Πηλίου γενικότερα. Η διεύρυνση της αστικοποίησης σημαίνει και την συρρίκνωση της υπαίθρου τόσο πληθυσμιακά όσο και οικονομικά και κοινωνικά, ένα φαινόμενο που εντείνεται ιδιαίτερα μετά τον παγκόσμιο πόλεμο.
Στο Μεσοπόλεμο εμφανίζεται στο χωριό και αφήνει τα “ίχνη” του, σε μαγαζιά και αρχοντικά ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ.

Με τον «Καποδίστρια» η Μακρινίτσα παραμένει Κοινότητα και εντάσσεται στο δίκτυο “Των Ελλήνων οι Κοινότητες”.



-Άγιος Ονούφριος- Ανακασιά –Άνω Βόλος
            Προέλευση τοπωνυμίου

Ο Άγιος Ονούφριος πήρε το όνομά του από   ένα βυζαντινό μοναστήρι  που δεν σώζεται πια.
            Για την Ανακασιά εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι από τον Άκαστο, γιο του βασιλιά Πελία. Υπάρχει ακόμη η εκδοχή της προέλευσης του τοπωνυμίου από τη λέξη “ανακαθισιά” –“ανακατσ’ιά”, στην πηλιορείτικη διάλεκτο, που σημαίνει τόπος στα ψηλά.
Ο Άνω Βόλος είναι ο Πάνω Μαχαλάς του Βόλου (ή Γόλου  ή Βώλου), στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Όταν το 1423 η Θεσσαλία καταλήφθηκε από τις ορδές του Τουρχάν Βεη, στρατηγού του Μουράτ Β', οι Οθωμανοί έδιωξαν από το «Κάστρο» του Γώλου τους Έλληνες και εγκαταστάθηκαν εκεί επειδή ο χώρος παρείχε ασφάλεια. Οι διωγμένοι Έλληνες μαζί με άλλους ομοεθνείς τους που έμειναν στην αρχαία Δημητριάδα, εγκαταστάθηκαν στις δυτικές παρυφές του Πηλίου. Εδώ μετέφεραν τις οικογένειές τους και τα νοικοκυριά τους. Έκτισαν σπίτια και Εκκλησίες, φύτεψαν δέντρα και έφεραν νερό από το βουνό.
 
Η μεγαλύτερη άνθηση του Δήμου Ιωλκού παρατηρήθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Ήταν ένας αιώνας οικονομικής, πνευματικής και πολιτιστικής έξαρσης και ανάπτυξης. Ήταν η εποχή που η βιοτεχνία, το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα παρουσίασαν την σπουδαιότερη πρόοδο.
 
Στις όχθες του χειμάρρου  Κραυσίδωνα που διασχίζει το Βόλο, αλλά και το Δήμο Ιωλκού, λειτουργούσαν δεκαπέντε και πάνω υδρόμυλοι, οι οποίοι άλεθαν τα σιτηρά όλης της περιοχής και του κάμπου του Βελεστίνου. Επίσης ένα πλήθος αργαλειοί ύφαιναν μεταξωτά υφάσματα και σκουτιά. Ακόμη, σε όλα τα χωριά καλλιεργούνταν μεταξοσκώληκες και η εργασία αυτή ήταν μία από τις σπουδαιότερες των κατοίκων και ιδιαίτερα των γυναικών. Η περιοχή παρήγε ελιές, λάδι και καλό κρασί. Τα προϊόντα αυτά και πολλά άλλα διακινούνταν από Ανωβολιώτες εμπόρους με καραβάνια ζώων, σε όλες τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας. Σε όλες τις συνοικίες λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία αρρένων και θηλέων, όπως και το Σχολαρχείο στον Άνω Μαχαλά, το σημερινό Άνω Βόλο, για μαθητές όλων των συνοικιών. Μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 , οπότε άρχισε η διοικητική οργάνωση της περιοχής , ιδρύθηκε ο Δήμος Ιωλκού , ο οποίος περιελάμβανε τα τότε χωριά: Ανακασιά , Άγιο Ονούφριο , Άνω Μαχαλά (Άνω Βόλο), Άλλη Μεριά και τους εκκολαπτόμενους οικισμούς Μπαξέδες και Άγία Παρασκευή.
 
Σε όλες τις συνοικίες λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία, για μαθητές όλων των συνοικιών. Η οικονομική άνθηση εκδηλωνόταν και με την κατασκευή ωραίων σπιτιών. Πυργόσπιτα και αρχοντικά με δύο και τρεις ορόφους, σωστά φρούρια, έκτισαν πολλοί εύποροι έμποροι και κτηματίες, αρκετά δε από αυτά υπάρχουν και σήμερα. Την ίδια εποχή αναφαίνονται και σπουδαίες προσωπικότητες, που διαπρέπουν σε όλους τους τομείς. Οι πατριαρχικές οικογένειες Μαργαρίτη, Χατζηβασιλείου, Παρθένη, Τζάνου, Σαράτση, Πυργιαλή, Ζαφρακοπούλου, Τσιακατούρη και πολλών άλλων, αποτέλεσαν γόνιμα πνευματικά φυτώρια, από τα οποία προήλθαν οι άνθρωποι οι οποίοι διέπρεψαν στο εμπόριο, στις τέχνες, στο στρατιωτικό στάδιο και στην πολιτική. Στον παρακείμενο λόφο της Επισκοπής πρέπει να υπήρχε βυζαντινό μοναστήρι το οποίο καταστράφηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εκεί, ο Επίσκοπος Δημητριάδας Κάλλιστος, στο 1639, μετέφερε το Επισκοπείο απ’ το οποίο (κατά πάσα πιθανότητα) πήρε το όνομά του ο λόφος.
  
Το 1883, με τη συνένωση των ανωβολιώτικων χωριών, δημιουργήθηκε ο Δήμος Ιωλκού. Ο Δήμος αυτός έζησε τρεις δεκαετίες (1883-1913). Το 1991 και πάλι ανασυστάθηκε, παρότι η Ιωλκός τοποθετείται  πλέον από τους αρχαιολόγους στο Διμήνι. Τον Δήμο Ιωλκού αποτελούν τα χωριά Ανακασιά , Άγιος Ονούφριος και Άνω Βόλος.
            Στο τέλος του 19ου αιώνα και στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, ζει στην περιοχή ο Μυτιληνιός λαϊκός ζωγράφος  Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Στο χρονικό αυτό διάστημα δημιουργεί ένα μεγάλο έργο ζωγραφικής, θαυμαστό σε ποιότητα και αξιόλογο σε ποσότητα. Δημιουργίες του είναι διάσπαρτες στο Βόλο, στα χωριά του Άνω Βόλου, στην Μακρινίτσα, στην Πορταριά και σε άλλα χωριά του Πηλίου. Όμως τα εκλεκτότερα έργα του βρίσκονται στην Ανακασιά, στο σπίτι του Γιάννη Κοντού. Είναι θαυμάσιες τοιχογραφίες και αποτελούν έναν καλλιτεχνικό θησαυρό απροσμέτρητης αξίας

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΝΕΑΣ ΑΓΧΙΑΛΟΥ
Νέα Αγχίαλος
-Προέλευση τοπωνυμίου:
Το όνομα Αγχίαλος παράγεται από την πρόθεση αγχί, που σημαίνει πλησίον, κοντά και τη λέξη αλς-αλός που σημαίνει θάλασσα. Αγχίαλος είναι η παραθαλάσσια πόλη.
Σύντομη ιστορική αναδρομή:
Η Νέα Αγχίαλος χτίσθηκε το 1906 από, κυνηγημένους από σοβινιστές Βουλγάρους, κατοίκους της Αγχιάλου, πόλης της Ανατολικής Ρωμυλίας. Οι πρόσφυγες αυτοί γλίτωσαν από τον εμπρησμό που κατέστρεψε την πόλη. Κατέφυγαν στην αρχή στην περιοχή των αλυκών της περιοχής και από εκεί, με βάρκες, διασώθηκαν, στο τουρκικό έδαφος, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αίγυπτο, ενώ άλλοι κατευθύνθηκαν στον Πύργο, στην Μεσημβρία και στη Σωζώπολη απ’ όπου αναχώρησαν με ατμόπλοια για την Ελλάδα.
Συνολικά, καταστράφηκαν 707 ελληνικά σπίτια και 2 ελληνικές εκκλησίες από του Βούλγαρους.
Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας.

Η Αγχίαλος υπήρξε λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο. Το 1878 υπήχθη στη βουλγαρική ηγεμονία και το 1885 προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία. Στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας του 19ου αιώνα η Αγχίαλος κατοικούνταν από 5000-6000 κυρίως Έλληνες και λιγοστούς Βουλγάρους. Ο Άγγλος διπλωματικός εκπρόσωπος St . Clair έγραφε, το 1863, στην επιστολή του από την Αγχίαλο ότι οι Βούλγαροι των παραλίων του Εύξεινου Πόντου είχαν αφομοιωθεί τελείως από τους Έλληνες και είχαν εξελληνισθεί. Ο αριθμός των Οθωμανών στην Αγχίαλο υπήρξε πάντα ελάχιστος εφόσον διέθεταν ένα μόνο τζαμί. Στα τέλη του 18ου αιώνα η Αγχίαλος αποτελούσε ένα μικρό χωριό με περιορισμένη οικονομική σημασία που παρήγαγε μόνο κάρβουνο. Υπήρχαν ακόμη και μερικά ναυπηγεία όπου κατασκευάζονταν μικρά πλοία.

Οι πρόσφυγες της Νέας Αγχιάλου  εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της αρχαίας πόλης της Πυράσου η οποία βρίσκονταν 4 χιλιόμετρα μακρύτερα των αρχαίων Φθιώτιδων Θηβών κοντά στα ερείπια  των οποίων χτίσθηκε το χωριό Μικροθήβες. Ο οικισμός της περιοχής αρχίζει από τη Νεολιθική Περίοδο και συνεχίζεται στην Εποχή του Χαλκού, στη Γεωμετρική καθώς και στα Ιστορικά έως και τα Βυζαντινά Χρόνια.
Η πόλη καταστράφηκε το 217π.Χ. από το μακεδόνα Βασιλιά Φίλιππο Ε΄, μαζί με τις Φθιώτιδες Θήβες. Παρόλα αυτά, αναβιώνει και αναπτύσσεται στα βυζαντινά χρόνια. Από ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή, από τον Ν. Γιαννόπουλο, ανακαλύφθηκαν πρωτοχριστιανικές βασιλικές με μωσαϊκά αγιογραφιών καθώς και δημόσια κτίσματα.
Οι αγχιαλίτες εγκαταστάθηκαν στη νέα τους πατρίδα και ασχολήθηκαν με την αλιεία και τις καλλιέργειες- ιδιαίτερα με την αμπελουργία.
Το 1912, το μεγάλο θανατικό -η ελονοσία- θερίζει πολλούς. Παρ’ όλα αυτά συμμετέχουν στον πόλεμο και 12 από αυτούς. πέφτουν ηρωικά. Συμμετέχουν στον αλβανικό πόλεμο καθώς και στην Εθνική Αντίσταση και πολλοί ανεβαίνουν στα βουνά.
Στην περιοχή γίνονται σαμποτάζ, όπως η ανατίναξη των γεφυρών στο Σωρό. Για αντίποινα η πόλη πυρπολείται και σκοτώνονται 3 άμαχοι. Στις 20 Ιουλίου 1944 η Νέα Αγχίαλος γίνεται θέατρο μιας μεγάλης μάχης.

Το 1952 με την φροντίδα του αρμοδίου υπουργείου λειτούργησε σχολή οικοδομών για να μάθουν οι νέοι Αγχιαλίτες την τέχνη του οικοδόμου, αλλά και του μαραγκού. Η διδασκαλία είχε διάρκεια τρεις μήνες και στο τέλος των μαθημάτων το υπουργείο δώριζε τα χρησιμότερα εργαλεία
Το 1952 με υπόδειξη της αμερικανικής αποστολής συστήθηκε στην Νέα Αγχίαλο όπως και σε άλλες αγροτικές κωμοπόλεις Αγροτολέσχη. Στη λέσχη συμμετείχαν νέοι και νέες της Νέας Αγχιάλου.
Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση της κωμόπολης από τους εμπρησμούς, σημειώνεται νέα καταστροφή. Από το σεισμό του 1954, τα περισσότερα σπίτια κρίθηκαν κατεδαφιστέα ή ακατοίκητα.
Κατά το 1955 άρχισε να επεκτείνεται το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού σε όλη την περιοχή. Την ίδια εποχή (1955) στην περιοχή της Νέας Αγχιάλου άρχισε να κατασκευάζεται το στρατιωτικό αεροδρόμιο (111 ΠΜ). Το αεροδρόμιο συντέλεσε στην ανάπτυξη της Αγχιάλου οικονομικά και κοινωνικά. Θεσμοθετείται και, το καλοκαίρι του 1958, ξεκινάει από το Συνεταιρισμό Οινοπαραγωγών, η πασίγνωστη Γιορτή του Κρασιού.





Βιβλιογραφία:
-Ευαγγέλου Αυδίκου, Σέσκλο Μαγνησίας
-Έλενας Μπότση, Παναγιώτας Πολίτη, Ευαγγέλου Αυδίκου, Διμήνι και Παλιούρι Μαγνησίας
-Γιώργου Μπάρδη, ΤΟ ΚΑΤΗΧΩΡΙ  άλλοτε και τώρα, Ιούλιος 2008
-Γιάννη Τσίγκρα, ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Μάιος 2006
-Άθω Τριγώνη, ΧΡΟΝΙΚΑ ΒΟΛΟΥ, Βόλος 1934
- Γρηγορίου Κωνσταντά και Δανιήλ Φιλιππίδη των Δημητριέων, Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791
- Ανωνύμου (Νικ. Ρηματισίδου;). Συνοπτική περιγραφή της Θεσσαλίας και τινων παρά τοις Θεσσαλοίς εθίμων, Σμύρνη 1874
-Ν. Γεωργιάδου, Ιατρού Θετταλομάγνητος, Θεσσαλία, εν Αθήναις 1980
-Ζωσιμά Εσφιγμενίτου,  Ημερολόγιον “Φήμη”
-Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία Βόλου και Αγιάς
-Θανάση Ζέρβα, Η Άλλη Μεριά, το γραφικό προάστιο του Βόλου, Βόλος 1994
-Τιτίκας Παπαζαφείρη, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΝΩ ΒΟΛΟΥ
-Βαγγέλη Σκουβαρά, Κίτσου Μακρή, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου